ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΕΣ 2014

ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΕΣ  2014
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΥΓΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΤΤΙΚΗ

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΑΣ.ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΑΣ

Κυριακή 15 Ιουλίου 2018

Οι απαρχές του Ενωτικού ζητήματος - Από το 19ο αιώνα μεχρι το 1960 - Τα Οκτωβριανά - Η στάση της Εκκλησίας και των μειονοτήτων

Όλη η προσπάθεια των Κυπρίων για Ένωση με την Ελλάδα από την εποχή του Καποδίστρια μέχρι το 1960- Ιστορικές αναφορές για το ρόλο της Εκκλησίας και των μειονοτήτων της Κύπρου- Ο σημαντικός ρόλος των Οκτωβριανών ως έναυσμα του αγώνα του 1955-59 - Σε ποιοες περιπτώσεις η Κύπρος προσφέρθηκε στην Ελλάδα ως αντάλλαγμα 

Ιστορική έρευνα από το onlycy

Το ενωτικό ζήτημα της Κύπρου με τη μητροπολική Ελλάδα εμφανίζεται κατά το 19ο αιώνα. Η Οθωμανική αυτοκρατορία αρχίζει να βάλλεται από τους έλληνες επαναστάτες και οι Κύπριοι με πρωτεργάτες τους εκκλησιαστικούς πατέρες πρωτοστατούν στον αγώνα με απώτερο στόχο τη λύτρωση της από τους κατακτητές και την ένωση της με την Ελλάδα.  
Από το 1570 όπου οι Οθωμανοί κατέλαβαν τη νήσο ξεκίνησαν οι προσπάθειες αποτίναξης του οθωμανικού ζυγού. Χαρακτηριστικά όπως αναφέρουν οι πηγές η Μαρία Συγκλητική πυρπολεί το καράβι του Μεχμέτ Πασά το οποίο θα μετέφερε αυτή και άλλες κύπριες στην Κωνσταντινούπολη στο χαρέμι του σουλτάνου.  
Πέρα από την προσπάθεια αυτή και από άλλες εξεγέρσεις που έγιναν φτάνουμε στις 9 Ιουλίου 1821 όπου θανατώνονται με διαταγή ου διοικητή της Κύπρου Κιουτσούκ Μεχμέτ ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός για τη δράση τους στον ένοπλο αγώνα του 1821.Πολλοί δε κύπριοι στέλνονται στον απελευθερωτικό αγώνα κατά των οθωμανών.
Αντιπροσωπεία των Κυπρίων το 1828 ζητάει από τον Ιωάννη Καποδίστρια να περιλάβει το νησί στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος.   
Οι κύπριοι βρίσκονταν πάντα στο πλευρό των ελλήνων αγωνιστών. Η μακραίωνη ιστορία τους το επιβεβαιώνει πολλάκις.
Το 1854 στέλνονται στρατιώτες στην ήπειρο και στη Θεσσαλία που μάχονται στα στρατιωτικά σώματα των Ζέρβα, Γριβαίων και Τζαβέλα. Ακόμη στρατιώτες στέλνονται το 1897 στην Κρήτη αλλά και κατά τους Βαλκανικούς πολέμους στο Μακεδονικό μέτωπο.  
Το ενωτικό ζήτημα υπήρξε πολύ έντονο μέχρι και το 1960. Οργανώθηκε κυρίως από την Εθναρχία (εκκλησία) αλλά και μέσα από τη θέληση των ελληνοκυπρίων. Η ανταπόκριση της ελληνικής πλευράς δεν ήταν πάντα η αναμενόμενη.
Ασφαλώς και έγιναν αρκετές διπλωματικές προσπάθειες οι οποίες όμως και ναυάγησαν φέρνοντας την Κύπρο στη σημερινή κατάσταση. Ο Ιωάννης Καποδίστριας και ο Ελευθέριος Βενιζέλος ενέτασσαν την Κύπρο στον Ελληνικό χάρτη.
Όμως οι βλέψεις τους δεν καρποφόρησαν. Η Κύπρος αυτονομήθηκε και εντέλει διχοτομήθηκε.
Οι χαμένες ευκαιρίες
Η Ελλάδα είχε πολλές ευκαιρίες να ενωθεί με τη μεγαλόνησο. Ευκαιρίες τις οποίες για πολιτικούς και οικονομικούς λόγους δεν εκμεταλλεύτηκε.
Οι πιο πρόσφατες είναι: 
•    Το 1913 Οι βρετανοί προσφέρουν την Κύπρο στον Ελευθέριο Βενιζέλο με αντάλλαγμα να παραχωρηθεί το λιμάνι του Αργοστολίου στην Αγγλία.
Την 17η Οκτωβρίου 1915 η Κύπρος προσφέρεται στην κυβέρνηση Ζαΐμη με αντάλλαγμα να εισέλθει ουδέτερη Ελλάδα στον Α’ παγκόσμιο πόλεμο. Η κυβέρνηση αρνείται και όταν εντέλει εισέρχεται στον πόλεμο η προσφορά δεν ισχύει πια.  
•  Το 1920 η Κύπρος προσφέρεται από τους Άγγλούς στην Ελλάδα, ως ανταλλαγή για τη Σμύρνη, αλλά η κυβέρνηση Βενιζέλου προτιμά τη Σμύρνη, αφού η Κύπρος θα γινόταν ούτως ή άλλως κάποτε ελληνική. 
•    Το 1940-45 οι ελληνοκύπριοι πολεμούν στο πλευρό των συμμάχων ενάντια στους Γερμανούς Ναζί, περιμένοντας από τους Βρετανούς να τηρήσουν την υπόσχεση τους και με το πέρας του πολέμου να ενωθούν με την Ελλάδα.
Η τότε κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου δεν προσπάθησε με διπλωματικά και πολιτικά μέσα να ενσωματώσει τη μεγαλόνησο αφού τα συμφέροντα της ήταν αγγλοαμερικανικά.
Ο ρόλος της Εθναρχίας
Η εκκλησία της Κύπρου είχε πάντα πρωτεύοντα ρόλο στην προσπάθεια ένωσης του νησιού με την Ελλάδα. Από την 9η Ιουλίου και τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό μέχρι και τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο το Γ’ η εκκλησία πίεζε τους κατακτητές αλλά και τις ελληνικές κυβερνήσεις για το φλέγον ενωτικό ζήτημα. 
Κατά τη διάρκεια της αγγλοκρατίας στέλνονταν ιερατικές αποστολές στην Ευρώπη και στην Ελλάδα προκειμένου να συνομιλήσουν με πολιτικούς για την κατάσταση του νησιού. 
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αποστολή υπό του Μητροπολίτη Πάφου Λεόντιου στην Αγγλία όπου τελικά έλαβε την αρνητική απάντηση όσον αφορά το ζήτημα της αυτοδιάθεσης από την κυβέρνηση Attlee.
Οι Βρετανοί καλούσαν τους Ιερείς να παραμείνουν στα εκκλησιαστικά αλλά η εκκλησία της μεγαλονήσου ανασυγκροτήθηκε και ιδρύθηκε η Εθναρχία από το Μακάριο Β’ ( Ο οποίος είχε πολεμήσει το 1912 στο πλευρό των Μακεδονομάχων).
Επί της αρχιερατείας του διενεργείται το δημοψήφισμα του 1950 όπου το 95 % των κατοίκων του νησιού, ανάμεσα τους και τ/κ ψηφίζουν υπέρ της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Το Μάρτιο του 1951 τον διαδέχεται στον αρχιεπισκοπικό θρόνο ο Μητροπολίτης Κιτίου Μακάριος Γ’.
Ακόμη η εκκλησία της Κύπρου κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα κατά των Άγγλων το 1955-59 στήριξε ηθικά και υλικά τον αγώνα.
Πολλοί αγωνιστές διέμεναν στο μοναστήρι της ιεράς μονής Κύκκου, που βρίσκεται στην οροσειρά του Τροόδους. Ο ίδιος ο αγώνας ξεκίνησε υπό τις εντολές του Αρχιεπισκόπου- Εθνάρχου Μακαρίου, ο οποίος και ήταν ο πνευματικός ηγέτης. 
Κατά την περίοδο των οκτωβριανών η εκκλησία πρωτοστατούσε στις λαϊκές εξεγέρσεις με ιερείς όπως ο Νικόδημος Μυλωνάς, ο οποίος μαζί με άλλους ιερείς συνδυάζαν την επαναστατική δράση με την εθνική αυτοδιάθεση της Κύπρου. 
Η κλιμάκωση των γεγονότων και τα Οκτωβριανά του 1931
    Ο Οκτώβριος του 1931 ήταν σημαντικότατη χρονιά για τον κυπριακό λαό αφού σκιαγραφήθηκε από την πρώτη ομαδική εξέγερση των ελληνοκυπρίων κατά των Άγγλων. Αφορμή ήταν οι εξαντλητικοί φόροι που επέβαλλαν στην Κύπρο οι Βρετανοί. Το βαθύτερο όμως αίτιο ήταν το αίτημα του κυπριακού λαού για αυτοδιάθεση.  
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Οι Βρετανοί είχαν εφαρμόσει ένα αιρετό νομοθετικό συμβούλιο που αποτελείτο από εννέα διορισμένους Βρετανούς βουλευτές,  τρεις Τουρκοκυπρίους και δώδεκα Ελληνοκυπρίους.
Η πλειοψηφία των ελλήνων ήταν πλασματική, αφού σε κάθε ψήφισμα οι τουρκοκύπριοι συμπράτταν με τους άγγλους, ενώ προσθέταν και την ψήφο του άγγλου κυβερνήτη υπερ τους.  
Τα ελληνικά μέλη του νομοθετικού σώματος διαμαρτύρονταν λόγο του ότι οι βρετανικές αρχές καρπώνονταν τον πλούτο του νησιού χωρίς να νοιάζονται για τις πραγματικές ανάγκες του λαού.  
Η προσπάθεια των βρετανών να επιβάλουν τον αντιλαϊκό προϋπολογισμό προσέκρουσε τόσο στους Ελληνοκυπρίους  αντιπροσώπους όσο και στον τ/κ αντιπρόσωπο Nejati Bey. Οι βρετανοί τότε επικαλέστηκαν με ενέργεια του τότε κυβερνήτη της Κύπρου Storrs καταφεύγει στην τροποποίηση του τελωνειακού δασμού με το «διάταγμα εν συμβουλίο».
Το γεγονός αυτό αποτέλεσε την αφορμή να παραιτηθούν οι έλληνες αντιπρόσωποι ενώ ο Μητροπολίτης Κιτίου διακηρύσσει την αντίθεση του στο νομοθετικό σώμα και παραιτείται πρώτος από αυτό. 
Τα γεγονότα εξελίχθηκαν ραγδαία. Στις 18 Οκτωβρίου 1931 ο Μητροπολίτης Νικόδημος Μυλωνάς κυκλοφορεί στο λαό διάγγελμα με το οποίο του γνωστοποιεί τα καθέκαστα και δηλώνει την παραίτηση του. Την ίδια μέρα εκφώνησε στη Λάρνακα επαναστατική ομιλία με την οποία καλούσε τον κυπριακό λαό να αγωνιστεί για την Ένωση και μόνο για την Ένωση.  
Η ρήξη με τους βρετανούς μπήκε στη συνείδηση του λαού. Έτσι στις 20 Οκτωβρίου του 1931 τα μαγαζιά όλα κλείνουν και οι καμπάνες της εκκλησίας της Φανερωμένης χτυπούν ηχηρά για να μαζέψουν τους Έλληνες της Κύπρου.
Ο κόσμος μαζευόταν Εμπορική Λέσχη Λευκωσίας όπου και θα μιλούσαν βασικά μέλη της Ε.Ρ.Ε.Κ. (Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση Κύπρου). Σταδιακά μαζεύτηκε πλήθος κόσμου που έφτανε τις οκτώ χιλιάδες. Στόχος ήταν να κατευθυνθούν προς το κυβερνείο και να αποδώσουν στον άγγλο κυβερνήτη το ενωτικό υπόμνημα. 
Η πορεία ξεκίνησε προς το κυβερνείο με τον οικονόμο Φανερωμένης να άγετε αυτής με το λάβαρο της Ελλάδας στα χέρια. Μαζί τους ενώνονταν απ’ όλες τις πλευρές της Λευκωσίας οι έλληνες κάτοικοι.
Το αθλητικό σωματείο Α.Π.Ο.Ε.Λ. ( που ιδρύθηκε με κύριο στόχο του την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα) πρωτοστατούσε με αθλητές του στην πορεία. Εντέλει η λαοθάλασσα φτάνει έξω από το κυβερνείο.
Ο Storrs ειδοποιεί ότι δεν θα δεχθεί κανένα παρά μόνο ολιγομελές αντιπροσωπευτικό σώμα. Η αστυνομία αρνείται να χρησιμοποιήσει βία. Ο άγγλος κυβερνήτης βλέπει το κυβερνείο του να φλέγεται ενώ την ίδια στιγμή ελληνικές σημαίες κυματίζουν στο κυβερνείο.
Η αγγλική σημαία υποστέλλεται κι υψώνεται στην οροφή του κυβερνείου η Ελληνική. Εντέλει ο στρατός ανοίγει πυρ στους διαδηλωτές, σκοτώνει ένα (τον Ονούφριο Κληρίδη) και τραυματίζει άλλος δεκαπέντε.
Το συλλαλητήριο διαλύεται αλλά ο αντίκτυπός του άγγιξε όλη την Κύπρο ( στην Αμμόχωστο στις 25 Οκτωβρίου φονεύθηκε άλλος ένας κύπριος διαδηλωτής, ο Χαράλαμπος Φιλής)  αλλά και τις γειτνιάζουσες χώρες.
Η κυπριακή παροικία της Αιγύπτου αντέδρασε στο άκουσμα των γεγονότων, ενώ υπάρχουν μαρτυρίες ότι από το Λίβανο, το Σουδάν και την Αβησσυνία στάλθηκαν χρήματα και όπλα.  
Στην Αμμόχωστο προαναγγέλθηκε από τον Ρωσσίδη, μέλος του νομοθετικού σώματος, η έναρξη της παθητικής αντίστασης κατά των Άγγλων. Τα Οκτωβριανά θα ήταν η αρχή της πτώσης της αγγλικής αυτοκρατορίας στο νησί. 
 * Στοιχεία και ντοκουμέντα για την έρευνα πάρθηκαν από τα βιβλία: 
1.    Πέτρος Στυλιανού, « Τα οκτωβριανά», εκδόσεις: Επιφανίου, Λευκωσία 2002.
2.    «Κύπρος, η οδύσσεια της ανεξαρτησίας», εκδόσεις: Ελευθεροτυπία. 
3.    Πλουτή Σέρβα, «Κοινή πατρίδα», εκδόσεις: Πρόοδος, 1997.
4.    Κλείτου Ιωαννίδη, «Η συμβολή της Ιεράς Μονής Κύκκου στον απελευθερωτικό αγώνα του 1955-59», εκδόσεις: Ιεράς Μονής Κύκκου, 2009.
5.    Αλέξης Κύρου, «Ελληνική Εξωτερική Πολιτική», εκδόσεις: Εστία, Αθήνα. 
6.     Δ. Βάκα, «Μεγάλη Ελλάς- Ελευθέριος Βενιζέλος, πολεμικός ηγέτης». Αθήνα.
7.    Παπαγεωργίου Σπύρος, «Τα κρίσιμα ντοκουμέντα του Κυπριακού», τόμος Α’, εκδόσεις: Γ. Λαδιά, Αθήνα 1983.

Δημοψήφισμα 15ης Ιανουαρίου 1950: Αξιούμεν την Ένωσιν της Κύπρου με την Ελλάδα


Δημοψήφισμα 15ης Ιανουαρίου 1950: Αξιούμεν την Ένωσιν της Κύπρου με την Ελλάδα


15 Ιανουαρίου 1950, μια μέρα ορόσημο στην σύγχρονη Ιστορία της Κύπρου. Υπό την Εθνική καθοδήγηση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Β’, οι Έλληνες της Κύπρου έδωσαν όρκο τιμής για ένωση με την Ελλάδα, κατέθεσαν την ψυχή τους στα δελτία του Δημοψηφίσματος, υπογράφοντας κάτω από το σύνθημα που τους διακατείχε εκείνη την περίοδο: ΑΞΙΟΥΜΕΝ ΤΗΝ ΕΝΩΣΙΝ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.
Διότι τότε οι Έλληνες της Κύπρου αξίωναν την ΕΝΩΣΗ και δεν συμβιβάζονταν με τίποτα λιγότερο.
Την 8η Δεκεμβρίου του 1949 αναγγέλλεται επίσημα με εγκύκλιο προς τον λαό το Ενωτικό Δημοψήφισμα από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Β’, που αποτελούσε αδιαφιλονίκητος ηγέτης της εποχής, ένας φλογερός πατριώτης, ένας Έλληνας με όλη την σημασία της λέξεως που έδωσε πολλές μάχες για τον Ελληνισμό της Κύπρου και ήταν ο πρωτεργάτης του Ενωτικού Δημοψηφίσματος.
Η Εγκύκλιος καταλήγει με τις ακόλουθες ιστορικές φράσεις, που έχουν την σημασία τους σε βάθος αιώνων:
«Κυπριακέ λαέ. Καλείσαι, όπως ηνωμένος και αδιάσπαστος υπέρ πάσαν άλλην περίπτωσιν επιτελέσης και τώρα προς την δούλην πατρίδα το καθήκον σου μετ' ενθουσιασμού. Δι Ένωσιν και μόνον Ένωσιν αγωνίσθης επί τόσα έτη. Ένωσιν και μόνον Ένωσιν καλείσαι να επισφραγίσης διά της ψήφου σου.
Εμπρός Κύπριοι! Όλοι εις τας επάλξεις διά την μάχην του Δημοψηφίσματος διά την εθνικήν αποκατάστασίν μας. Δια την Ένωσιν με την Αθάνατον Μητέρα Ελλάδα. Ο δίκαιος Θεός, οστίς εδημιουργησε τον άνθρωπον διά να ζη ελεύθερος, είναι βοηθός και παραστάτης του αγώνος μας.
Ζήτω η Ένωσις».
Η συμμετοχή σε αυτό το δημοψήφισμα ήταν καθολική. Σύσσωμος ο Ελληνισμός της Κύπρου ψήφησε υπέρ της Ιστορικής και Εθνικής αποκατάστασης του νησιού, δηλαδή υπέρ της πολυπόθητης Ένωσης με την Ελλάδα. Μόνο οι δημόσιοι υπάλληλοι απείχαν από την ψηφοφορία, λόγω απαγορευτικού από τους Άγγλους υπερδημοκράτες δυνάστες μας.
Το σύνθημα «ΕΛΛΑΣ ΚΥΠΡΟΣ ΕΝΩΣΙΣ» αντηχούσε παντού, από την πρωτεύουσα μέχρι την τελευταία γωνιά της πάντοτε Ελληνικής Κύπρου. Από τους 224,747 εγγεγραμμένους ψηφοφόρους, υπέρ της Ένωσης ψήφισαν 215,108 άτομα, δηλαδή το 95.7% των ψηφοφόρων. Είναι η πρώτη και μοναδική φορά στα χρονικά, που ένα δημοψήφισμα με καθόλα δημοκρατικούς μεθόδους είχε τέτοια μεγάλη αποδοχή. Αυτό το αποτέλεσμα άφησε κατάπληκτους πολλούς ξένους δημοσιογράφους και αντιπροσώπους μεγάλων πρακτορείων ειδήσεων που δεν περίμεναν με τίποτε ένα τόσο θεαματικό αποτέλεσμα.
Κύμα ξέφρενων πανηγυρισμών ξεκίνησε από την Κύπρο και εξαπλώθηκε σε κάθε γωνιά Ελληνικής γης. Συγκλονισμένο το Πανελλήνιο έβλεπε τις εξελίξεις στην σκλαβωμένη Κύπρο ως προμήνυμα Ένωσης και ΛευτεριάςΟι Άγγλοι τύραννοι όμως δεν ήταν διατεθειμένοι να φύγουν από την Κύπρο, μιας και ανέκαθεν είχε τεράστιο γεωστρατηγικό βάθος.     
Παρά τον τεράστιο αγώνα που καταβλήθηκε από τον Ελληνισμό της Κύπρου, το Ενωτικό Δημοψήφισμα δεν εισακούστηκε και οι Άγγλοι «δημοκράτες» παρέμειναν στο νησί «με το έτσι θέλω». Τρανή απόδειξη τα λεγόμενα του Άγγλου υφυπουργού Αποικιών, Χόπκινσον, γραμμή που ακολουθεί μέχρι και σήμερα η Αγγλική Κυβέρνηση: «Η Κύπρος ως στρατηγική περιοχή ουδέποτε θα μπορούσε να τύχει αυτοδιαθέσεως». Τα ύπουλα σχέδια των Άγγλων για το μέλλον της Κύπρου είχαν προαποφασιστεί και η ανακοπή τους δεν θα γινόταν με διπλωματικά μέσα.
Πέντε χρόνια αργότερα εκτυλίσσεται στα σκλαβωμένα χώματα της Κύπρου ένας Αγώνας για την Ελευθερία, ένας αγώνας για την αποτίναξη του Αγγλικού ζυγού και Ένωση με την Ελλάδα. Ένας αγώνας ηρωικός, αγνός και τίμιος που όμοιός του δεν είχε ξαναγίνει. Με καθοδηγητή τον Αρχηγό Διγενή και άξιους συνοδοιπόρους τα παλληκάρια της Ε.Ο.Κ.Α. γίνεται κατορθωτό το θαύμα. Η μικρή και ασήμαντη Κύπρος, κατά τους Άγγλους, αποδεικνύεται τεράστια και ισχυρή ξεφτιλίζοντας τον στρατό και την αυτοκρατορία της αυτού μεγαλειότης.
Μετά από ένα ανεπανάληπτο ανταρτοπόλεμο, κακουχίες, χαμούς και ολοκαυτώματα αγωνιστών, βασανιστήρια σε κέντρα κράτησης και στέλλοντας στην αγχόνη νέα παιδιά, η Ε.Ο.Κ.Α. με τις προσταγές του Γεωργίου Γρίβα Διγενή φέρνει την Λευτεριά στην Κύπρο.
Μια Λευτεριά που ο μακάριος είχε προδώσει πολύ πριν τελειώσει ο αγώνας, στις 22/9/1958 σε συνέντευξή του στην Μπάρμπαρα Κάσολ, βουλευτή της εργατικής αντιπολίτευσης δήλωσε: «Δέχομαι λύση ανεξαρτησίας με αποκλεισμό της Ενώσεως». Την δήλωση αυτή την έκανε 20 μέρες μετά την ηρωική μάχη στον Αχυρώνα Λιοπετρίου, το νέο χάνι της Γραβιάς.
Ερχόμαστε στο σήμερα. Από την ΕΝΩΣΗ με την Ελλάδα, φτάσαμε στην επανένωση με τους τούρκους και την Ομοσπονδία. Ήρθε ο καιρός να το αντιληφθούν οι ξεπουλημένοι και τουρκοπροσκυνημένοι πολιτικάντηδες, πως η Κύπρος δεν είναι μοιρασμένη για να επανενωθεί αλλά κατεχόμενη.
Δεν συμβιβαζόμαστε και δεν διαπραγματευόμαστε το μέλλον της Κύπρου. Θα συνεχίσουμε ακμαίοι τον αγώνα που αρχίσαμε μέχρι την τελική νίκη, μια νίκη που θα έρθει όταν η γαλανόλευκη θα κυματίζει περήφανα στον ματωμένο Πενταδάκτυλο. Συνεχίζουμε με όπλο την ατσαλένια ιδεολογία μας να αντιστεκόμαστε σε όλους τους πολιτικούς που οραματίζονται μια Κύπρο ομοσπονδιακή και τουρκοποιημένη.
Απέναντι από τους προδότες και τους ξεπουλημένους, φωνάζοντας με όλη την δύναμη της ψυχής μας ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΟΙ Η ΚΥΠΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ! 

 Στόχος του πραξικοπήματος ήταν η Ένωση 

Κυριακή 8 Ιουλίου 2018

129 ημέρες αιχμάλωτοι στα χέρια των τούρκων οι δύο Έλληνες Στρατιωτικοί


129 ημέρες έχουν περάσει από τότε που οι δύο Έλληνες στρατιωτικοί, ο Άγγελος Μητρετώδης και ο Δημήτρης Κούκλατζης παραμένουν αιχμάλωτοι στις τουρκικές φυλακές στην Αδριανούπολη.

Οι εγχώριοι υποτακτικοί στον "σουλτάνο" πολιτικάντηδες δεν έχουν προβεί σε καμία ενέργεια, σε καμία απάντηση σε αυτήν την πρωτοφανή τουρκική πρόκληση.


Η Χρυσή Αυγή είναι η μόνη που αντέδρασε δυναμικά στην αιχμαλωσία των 2 Ελλήνων στρατιωτικών και ζητά την άμεση απελευθέρωσή τους.

Κάθε μέρα που περνά είναι ακόμη μια μέρα ομηρίας!


Τετάρτη 4 Ιουλίου 2018

Η προέλευση των Αλβανών και η θέση τους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία- τουρκική πηγή


Σε μια σειρά δημοσιευμάτων του πρακτορείου Anadolu εμπεριέχεται μια επισκόπηση της προέλευσης των Αλβανών κατά την τουρκική άποψη  καθώς και τη θέση την οποία είχαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Έτσι:

Οι περισσότεροι Αλβανοί, οι οποίοι κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας ένωσαν τη μοίρα τους με τους Τούρκους για 500 χρόνια, αποδέχθηκαν τον ισλαμισμό και έγιναν ένας από τους βασικούς παράγοντες του οθωμανικού κράτους.

Οι Μουσουλμάνοι Αλβανοί  απογειώθηκαν με ευκολία στις λειτουργίες του κρατικού μηχανισμού και διέπρεψαν.

Αυτός είναι ο λόγος, που οι Δυτικοί δέχονται τους Αλβανούς ως «Τούρκους και οι Τούρκοι δέχονται τους Αλβανούς ως «γιους των μακρινών χωρών της πατρίδας» » (τα εισαγωγικά στο πρωτότυπο) .

Μετά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, στις 28 Νοεμβρίου του 1912 οι Αλβανοί ανακήρυξαν την ανεξαρτησία τους.

 Με την έναρξη της επιρροής που είχε ήδη χάσει την προστασία και την υποστήριξη των Οθωμανών, οι Αλβανοί αντιμετωπίζουν τα επόμενα χρόνια επιδρομές γειτονικών χωρών. Και ενώ συνεχιζόταν η χαοτική κατάσταση στα εδάφη της Ανατολίας, η Αλβανία κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου με συγκεκαλυμμένες συμφωνίες αποτέλεσε αντικείμενο διαχωρισμού της,  μεταξύ των κρατών της Αντάντ.

Μετά τον πόλεμο (Α΄Παγκόσμιος) η Ανατολία και η Αλβανία κατακτήθηκαν από τα ίδια ιμπεριαλιστικά κράτη που επεκτάθηκαν σε αυτά. Οι Τούρκοι και οι Αλβανοί, που είχαν την ίδια τύχη επί πέντε αιώνες, συνεργάσθηκαν, επίσης, σε αυτήν την οδυνηρή περίοδο, υπογράφοντας, μάλιστα, μυστική συμφωνία.

Η Τουρκο-αλβανική συνεργασία που ξεκίνησε  με την άδικη και αυθαίρετη εισβολή, την οποία αντιμετώπισαν οι δύο χώρες μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, άρχισε ουσιαστικά τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας στο επίπεδο των  πολιτικών σχέσεων. 

Αυτή η δύσκολη περίοδος που καλύπτει τα έτη 1920-1923, θα προσπαθήσουμε (γράφει το τούρκικο κείμενο) να εκτιμήσουμε με βάση τα έγγραφα των τουρκικών και αλβανικών αρχείων, καθώς και τη μελέτη του Τύπου της εποχής.

Μετά από αυτήν τη σύντομη εισαγωγή, μπορούμε να αρχίσουμε τη διατριβή μας που δίνει μια γενική εικόνα  για τους Αλβανούς.

Σε γενικές γραμμές, όλοι οι ιστορικοί συμφωνούν ότι οι Αλβανοί είναι μια φυλή των Βαλκανίων. Ωστόσο, δεν υπάρχει ομοιογένεια των απόψεων σχετικά με την προέλευση των Αλβανών και από πού ήλθαν στα Βαλκάνια.

Τούρκοι ιστορικοί και ορισμένοι Αλβανοί ιστορικοί δέχονται τη διατριβή ότι οι Αλβανοί είναι απόγονοι των Πελασγών και ότι έχουν έρθει από τον Καύκασο ή από την Ασία.

Ενώ ένα σημαντικό μέρος των Αλβανών ιστορικών επισύρει την προσοχή τους ότι είναι ευρωπαίοι και προέρχονται από τους αρχαίους Ιλλυριούς.

Θα δώσουμε, κάποια παραδείγματα σχετικά με αυτές τις διαφορετικές εκτιμήσεις των ιστορικών σχετικά με τους Αλβανούς.

Σύμφωνα με τον Αχμέτ Χαμντίου, οι Αλβανοί είναι μια φυλή που ήρθε στη Χερσόνησο του Αίμου από την Ασία, πολύ νωρίτερα από τους Έλληνες. Αν και δεν είναι γνωστός ο ακριβός χρόνος της άφιξης των Αλβανών στα Βαλκάνια, από τη στιγμή που η ιστορία έχει αρχίσει να γράφεται μέχρι σήμερα αναγνωρίζονται ως λαός ενεργός, γενναίος, πολεμιστής και ειλικρινής παράγοντας.

Οι πρώτοι κύριοι των Βαλκανίων είναι οι Αλβανοί, γνωστοί για τη φήμη του πρεσβύτερου που έχει την έννοια του ηλικιωμένου και σοφού άνδρα [1].

Σύμφωνα με τον Σουλεϊμάν Κούλτσε, μια από τις φυλές που εκδιώχθηκαν από την πατρίδα τους ως αποτέλεσμα της μετανάστευσης στην Ευρώπη των Ούννων, ακολούθησαν και άλλες φυλές τους Ούννους, όπως οι Τσεσκίνες της Ουγγαρίας, οι οποίοι είναι τουρκικής καταγωγής και αντιπροσωπεύουν την σημερινή Αλβανία [2].

Μάλιστα, ο Σάμι Φρασέρι παραδέχεται ότι οι Αλβανοί προέρχονται από τους Πελασγούς, οι οποίοι χωρίζονται σε τέσσερις κλάδους, τους Ιλλυριούς, τους Μακεδόνες, τους Θράκες και τους Φρύγες και ότι είναι οι παλαιότεροι κάτοικοι των Βαλκανίων [3].

Ενώ ο Ενβέρ Ζίγια Καράλ επισημαίνει ότι οι πληροφορίες σχετικά με την προέλευση των Αλβανών είναι αντιφατικές.

Ο Καράλ λέει ότι οι Αλβανοί προέρχονται από την Αλβανία του Καυκάσου, δηλαδή από την περιοχή του Νταγκιστάν και σχετίζονται με ένα παλιό ελληνικό  φυλετικό κλάδο.

Επίσης, ο Καράλ ισχυρίζεται ότι ορισμένοι Οθωμανοί ιστορικοί έχουν βρει έγγραφα σύμφωνα με τα οποία οι Αλβανοί προέρχονται αρχικά από την Αραβία [4].

Ακόμη ο Μ. Νετζάτι Εζφάτουρα (M.Necati Özfatura) είναι ένας από αυτούς που λέει ότι οι ρίζες των Αλβανών βρίσκονται στα βουνά του Καυκάσου- είναι καυκασιανή φυλή [5].

Σύμφωνα με τον Σεφκέτ Σρέια Αϊντεμίρ (Ş.Sreyya Aydemir) υπάρχει μια ευρεία προοπτική ότι οι Αλβανοί προέρχονται από τους Πελασγούς και μάλιστα είναι παλαιότεροι των Ελλήνων.

Οι Πελασγοί είχαν μεταναστεύσει από τη Γεωργία και την ακτή του Εύξεινου Πόντου. Ο Αϊντεμίρ λέει ότι στη Θεσσαλία υπάρχουν χαρακτηριστικά υπολείμματα Πελασγών και ότι οι Αλβανοί είναι από τους αρχαιότερους κατοίκους των Βαλκανίων[6].

Σύμφωνα με τον καθ. Δρ Σινάσι Βαρνταρέρμαν(Dr. Şinasi Vardarerman), οι Αλβανοί είναι οι παλαιότεροι κάτοικοι της Ανατολικής Ευρώπης.

Οι Αλβανοί έζησαν κυρίως στην  Χερσόνησο του Αίμου, στην Κεντρική Ευρώπη και στη Μικρά Ασία. Οι Πελασγοί είναι αποδεκτοί ως οι παλαιότεροι  πρόγονοι στην Ευρώπη και προέρχονται από τις ιρανικές στέπες και τα βουνά του Καυκάσου [7].

Υπάρχουν επίσης σκέψεις που έρχονται αντιμέτωπες με την ιδέα ότι οι Αλβανοί έχουν έρθει από τον Καύκασο και την Κεντρική Ασία.

Ο Νετζίπ Αλπάν δέχεται ότι οι Αλβανοί προέρχονται από τους Ιλλυριούς και ότι είναι οι παλαιότεροι άποικοι της Χερσονήσου του Αίμου [8].

Ο Μέχντι Φρασέρι λέει ότι οι Αλβανοί είναι ένας ευρωπαϊκός λαός που προέρχεται από την αρειανή ή ινδοευρωπαϊκή φυλή.

Σύμφωνα με τον Φρασέρι, ο Δρ Χαανί είναι ο άνθρωπος που έχει κάνει τις περισσότερες μελέτες για τους Αλβανούς και έχει αποδείξει ότι οι σημερινοί Αλβανοί είναι απόγονοι των πελασγών.

Οι Λουίς Μπενόλεβ, Φελίξ Ζουλιένι και Σάμι Φρασέρι, μελετητές που εργάσθηκαν σκληρά για την Αλβανία και τους Αλβανούς, συμφωνούν με την άποψη αυτή [9].

Σύμφωνα με τον Μεχντί Φρασέρι, οι Πελασγοί, οι παλιοί Αλβανοί, χωρίζονται σε τέσσερις ομάδες.

Α. Ιλλυριοί: Ζούσαν σε μια γεωγραφική περιοχή που ξεκινά από τα παλιά σύνορα της Ελλάδας και απλώνονταν μέχρι τα βόρεια της Αδριατικής, τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και τη Δαλματία, πέρα από τα σύγχρονα σύνορα της Αλβανίας.

Β.Μακεδόνες:  είναι κάτοικοι που βρίσκονται σε όλη τη Μακεδονία, αρχής γενομένης από τα όρη της Πίνδου μέχρι τα βουνά της Ροδόπης που συνορεύει με το Νέστο ποταμό μέχρι το Αιγαίο Πέλαγος, συμπεριλαμβανομένης  της Θεσσαλονίκης, του Μοναστηριού, των Σκοπίων.

Γ. Θράκες: Ζούσαν σε μια περιοχή που περιλαμβάνει το βιλαέτι της Αδριανούπολης (τώρα Εντίρνε), τη Βουλγαρία μέχρι τον ποταμό Δούναβη.

Δ. Φρύγες: Πρόκειται για έναν λαό που ζούσε σε μια περιοχή που αρχίζει από την ακτή της Ανατολίας μέχρι τις περιοχές της Άγκυρας και Σίβας (σημερινή Τουρκία).

Από αυτούς τους κλάδους των Πελασγών, μόνο οι Ιλλυριοί, όσον αφορά τη γλώσσα και τα έθιμα ήταν κοντά στους Μακεδόνες και τους Θράκες,  ενώ κοντύτερα  ήταν με   τους Φρύγες [10].
Ωστόσο, υπάρχουν και εκείνοι που κάνουν διαφορετική προσέγγιση. 
Για παράδειγμα: 
Ο Χασάν Καλέσι λέει στη διατριβή του, ότι στη θεώρηση πως οι Ιλλυριοί ήταν πρόγονοι των Αλβανών, πρέπει να το βλέπουμε με επιφύλαξη και υποστηρίζει ότι οι Αλβανοί δεν είχαν κρατική παράδοση και γνήσια πολιτιστική κληρονομιά.
Όσον αφορά την ιστορία της Ιλλυρίας αυτή υπάρχει μόνο από τους Έλληνες και υπάρχει στέρηση θρύλων και λαϊκών επών, ούτε υπήρχε καμιά Ιλλυρική γραφή ή οργανωμένη ιλλυρική κοινωνία [11].
Επίσης, ορισμένοι Ευρωπαίοι Ιστορικοί υποστηρίζουν ότι οι Αλβανοί, είναι ένας λαός που ήρθε στην περιοχή αργότερα, υποστηρίζοντας το γεγονός ότι οι λέξεις Αλβανία και Αλβανοί, που χρησιμοποιούνται σήμερα (Σκίπερι και Σκιπτάρ-Shqipëri και Shqiptar) που χρησιμοποιούνται σήμερα από τους Αλβανούς δεν συναντώνται στις ελληνικές και ρωμαϊκές πηγές [ 12].

Μόνο το πρώτο αλβανικό όνομα Αρμπάν – Arban (ar= χωράφι – εξ ου αρ-ρουραίος, άρ-ροτρο, άρ-ωσις) και ban =αυτός που ασχολείται, δηλαδή η λέξη σημαίνει ο ‘αγρότης’.

Στη διάρκεια της ιστορικής διαδικασίας χρησιμοποιείται αυτή η λέξη με τη μορφή «Αλβάν» στην ελληνική γλώσσα και ως «Αρναβούτ» ή Αλλβανός» (δύο λάμδα), στην τουρκική, αραβική και σλαβικές γλώσσες που χρησιμοποιούν παράγωγα του Αρναβούτ.

Ενώ η λέξη «Arbanit» σημειώνεται πρώτη φορά στη βυζαντινή ιστορία. Ενώ ο όρος «Αρναβουτλούκ» (Αλβανία) που χρησιμοποιείται από τους Τούρκους, προέρχεται από το όνομα της «Αλβανοπόλεως» (Albanopolis) και στην κεντρική Αλβανία υπάρχει επίσης μια επαρχία που ονομάζεται ‘Arberia’.  Σήμερα οι Αλβανοί αποκαλούνται Σκιπτάρ –Shqiptar, δηλαδή «παιδιά του αετού»- Bijte e shiqiponjes [13].
Ως αποτέλεσμα, των λέξεων ‘Σκιπτάρ’ και ‘Αλβανοί’ είναι εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν αργότερα, αλλά δεν μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι οι Αλβανοί στα Βαλκάνια έρχονται αργότερα βλέποντας μόνο την ιστορία των λέξεων αυτών, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι Ευρωπαίοι ιστορικοί.
Υπό το φως των πληροφοριών ότι η προφορική γλώσσα των Αλβανών είναι μια διάλεκτος του παλαιάς ιλλυρικής, κατευθύνεται στην παλαιότερη προφορική γλώσσα της Ευρώπης [14].
Στην πραγματικότητα η αλβανική ιστορία συνδέεται, συνήθως,  με την ιστορία της Ιλλυρίας και της Ηπείρου τον 4ο αιώνα πρό Χριστού. Στα 222 π.Χ. οι Ρωμαίοι ξεκινούν έναν πόλεμο εναντίον των Ιλλυριών και το 168 π.Χ. Η Σκόδρα και η Ήπειρος πέφτουν στα χέρια των Ρωμαίων[15].
 Στο Μεσαίωνα, στο πλαίσιο της ιστορικής διαδικασίας, οι Αλβανοί απέτυχαν να δημιουργήσουν πολιτική ενότητα και το βόρειο τμήμα της Αλβανίας εισήλθε στη σλαβική κυριαρχία, ενώ ο νότος παρέμεινε υπό την βυζαντινή κυριαρχία.
Πριν εισέλθουν στην Οθωμανική Κυριαρχία, οι Αλβανοί ζούσαν μέσα σε ένα φεουδαρχικό σύστημα με τη μορφή των φυλών και των μεγάλων οικογενειών. Τον 14ο αιώνα, όταν ορισμένοι φεουδάρχες ξεκίνησαν την προσπάθεια για τη δημιουργία αρχηγών στους Αλβανούς, βάσει των κανόνων που επέβαλε ο Λεκ Ντουκαγκίνι, ο οποίος δημιούργησε ένα πριγκιπάτο στην περιοχή Ζαντρίμα ανατολικά του ποταμού Δρίνου, άρχισε να χρησιμοποιείται ένας αλβανικός νόμος με βάση το εθιμικό δίκαιο [16].

Βιβλιογραφία:
Literatura:
AYDEMİR, Şevket Süreyya, Makedonyadan Orta Asyaya Enver Paşa: Birinci Cilt (1860-1908), Remzi Kitabevi, İstanbul, 1970 , s. 373-374.
ALPAN,Necip P., Kuruluşunun 100.Yıldönümünde Prizren Birliği ve Arnavutlar, Çağdaş BasımeviAnkara, 1978.
ÇELİKBilgin, İttihatçılar ve ArnavutlarII.Meşrutiyet Döneminde Arnavut Ulusçuluğu veArnavutluk SorunuBüke Kitapları, İstanbul, 2004, s. 17.
MehdiFrashëri,Historia e Lashtë e Shqipërisë dhe e ShqiptarëvePhoenixTiranë, 2000.
KALESHİ,Hasan, Türklerin Balkanlara Girişi ve İslâmlaştırılma Arnavud halkının etnik vemilli varlığının korunmasının sebepleri”,Tarih Enstitüsü Dergisisayı:X-XIsene:1979-1980, Edebiyat Fakültesi Matbaası, İstanbul, 1981,177-194.
KÜLÇE, Süleyman,Osmanlı Tarihinde Arnavutluk,y.y., İzmir, 1944 .
ÖZFATURAMustafa Necati, “Tarihten Günümüze Arnavutluk ve Gerçekler”, Yeni TürkiyeDergisiCilt:3, sayı:16 (Özel Sayı), 07.1997-08.1998, s.1853-1858.
ÖZCANHalil, Atatürk Dönemi Türkiye-Arnavutluk İlişkileriAtatürk Araştırma MerkeziAnkara, 2011.
VARDARERMAN, Şinasi “Arnavutluk ve MüslümanlıkArnavutlukTürklüğün Eseridir…”VardarGazetesi, 28 Kasım 1952, sayı:7-8, sayfa 7.


[1]Ahmet Hamdi, Arnavutluk Hakkında, İstanbul,1920, s.3-4.
[2]Süleyman Külçe.Osmanlı Tarihinde Arnavutluk,y.y., İzmir, 1944 , s.8-11.
[3]Bilgin Çelik, İttihatçılar ve Arnavutlar: II. Meşrutiyet Döneminde Arnavut Ulusçuluğu ve Arnavutluk Sorunu, Büke Kitapları, İstanbul, 2004, s. 17.
[4]Enver Ziya Karal, Osmanlı Tarihi VI. Cilt: Islahat Fermanı Devri (1856-1861), Türk Tarih Kurumu, Ankara, 2000, s.238.
[5]Mustafa Necati Özfatura, “Tarihten Günümüze Arnavutluk ve Gerçekler”, Yeni Türkiye Dergisi, Cilt:3, sayı:16 (Özel Sayı), 07.1997-08.1998, s.1853.
[6]Şevket Süreyya Aydemir, Makedonya’dan Orta Asya’ya Enver PaşaBirinci Cilt (1860-1908), Remzi Kitabevi, İstanbul, 1970 , s. 373-374.
[7]Şinasi Vardarerman “Arnavutluk ve Müslümanlık, Arnavutluk, Türklüğün Eseridir…”Vardar Gazetesi, 28 Kasım 1952, sayı:7-8, sayfa 7.
[8]Necip P. Alpan, Kuruluşunun 100. Yıldönümünde Prizren Birliği ve Arnavutlar, Çağdaş Basımevi, Ankara, 1978, s.21.
[9], Mehdi, Frashëri,Historia e Lashtë e Shqipërisë dhe e Shqiptarëve, Phoenix, Tiranë, 2000, s.51-53.
[10]Frashëri, a.g.e., s.51-53.
[11]Hasan Kaleshi, “Türkler’in Balkanlar’a Girişi ve İslâmlaştırılma Arnavud halkının etnik ve milli varlığının korunmasının sebepleri”,Tarih Enstitüsü Dergisi, sayı:X-XI, sene:1979-1980, Edebiyat Fakültesi Matbaası, İstanbul, 1981, s.179.
[12]Frashëri, a.g.e., s.51-53.
[13]Halil Özcan, Atatürk Dönemi Türkiye-Arnavutluk İlişkileri, Atatürk Araştırma Merkezi, Ankara, 2011, s.1.
[14]Özcan, a.g.e., s.2.
[15]Vardarerman, a.g.m.,s.7.
[16]Özcan, a.g.e.,s.2-3.

πηγή: trt.net.tr